γερανομαχία

γερᾰνο-μᾰχία, ,
A battle with cranes,

Ὁμηρικὴ τῶν Πυγμαίων γ. Str.2.1.9

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γερανομαχία — γερανομαχίᾱ , γερανομαχία battle with cranes fem nom/voc/acc dual γερανομαχίᾱ , γερανομαχία battle with cranes fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γερανομαχία — η (Α γερανομαχία) μάχη μεταξύ γερανών …   Dictionary of Greek

  • γερανομαχίας — γερανομαχίᾱς , γερανομαχία battle with cranes fem acc pl γερανομαχίᾱς , γερανομαχία battle with cranes fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γερανομαχίαν — γερανομαχίᾱν , γερανομαχία battle with cranes fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχομαι — (ΑM μάχομαι) 1. διεξάγω ή συνάπτω μάχη, κάνω πόλεμο, πολεμώ 2. καταβάλλω έντονες προσπάθειες για να φέρω κάτι σε πέρας, πασχίζω να πετύχω κάτι, αγωνίζομαι με όλες μου τις δυνάμεις να πραγματοποιήσω τους σκοπούς μου, καταβάλλω μεγάλους κόπους ώστε …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.